Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

slowdive

Ετοίμαζα το επόμενο post με κασσέτες του παρελθόντος και ξαφνικά άκουσα αυτό «άκουσε το, θα σου κάνει καλό» και άλλαξα θέμα. Δεν ξέρω αν μου έκανε καλό ή ζημιά, και δεν ξέρω αν στέκει αυτός ο μουσικός συνειρμός, αλλά μου ήρθαν στο μυαλό οι slowdive. Και σ΄αυτό εδώ το blog, δε γίνεται να μην υπάρχει post με τίτλο slowdive. Απορώ που δεν υπάρχει ήδη. Οπότε άλλαξα τροπάρι.
Τη μέρα ή μάλλον τη στιγμή που πρωτοάκουσα slowdive την θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Ήταν φθινόπωρο του 1997 και οι δυο φιλενάδες είχαμε πάει επίσκεψη στην τρίτη φιλενάδα στο πατρικό της σπίτι στο Χολαργό. Είχαμε κλειστεί σε εκείνα τα μικρά παιδικά δωμάτια που όταν έχεις φτάσει 21 έχουν τιγκάρει τόσο πολύ που δεν χωράς να πατήσεις. Ήμασταν κλειδαμπαρωμένες εκεί μέσα με τις ώρες, πιθανότατα μιλώντας για γκόμενους, και πιθανότατα με τη μάνα του σπιτιού να ανοιγοκλείνει την πόρτα για να μας ταΐζει απανωτά. Δε λέγαμε όχι - παρά τη φαινομενική γκρίνια «μάνα, παράτα μας». Ήταν το μόνο από τα δωμάτια μας που διέθετε πικάπ, καθότι τα δικά μας ήταν φοιτητικά και άρα πιο άδεια. Και επιπλέον στα φοιτητικά σπίτια, η έννοια του υπνοδωματίου δεν έχει αυτήν την ίδια αίσθηση καταφύγιου.
Εκεί λοιπόν, στο Χολαργό, γινόταν συχνά και η αντιγραφή βινυλίων σε κασσέτες και η γενικότερη «εκπαιδευτική τηλεόραση». Πρέπει να ακούγαμε ride, stone roses, house of love και porcupine tree ίσως, και κάποια στιγμή είπε να μας βάλει κάτι πολύ αγαπημένο της. Και πολύ αγαπημένο του αγαπημένου της.
Όποια συζήτηση και να είχαμε ανοίξει, πρέπει να την έχασα, μαζί με τον ειρμό μου, στο πρώτο κομμάτι. Ένιωσα πως άκουγα τη μουσική της ζωής μου. Αυτό που έψαχνα και δεν το έβρισκα. Αυτό που θα μπορούσα να ακούω όλη μέρα και όλη νύχτα και να μην με νοιάζει τίποτε άλλο. Στάση. Εδώ κατεβαίνω, δε με νοιάζει να συνεχίσω. Πέρα από την ονειροπόληση, με έπιασε και εκείνη η κτητική μανία. Το θέλω, το θέλω τ-ώ-ρ-α. Δεν ξέρω που στην ευχή βρήκα το θάρρος (κατά βάθος σιχαίνομαι τους ζήτουλες-επίσκεψη ήσουν κοριτσάκι μου, άσε τα πράγματα των άλλων ήσυχα) ούτε πού βρέθηκαν οι κασσέτες. Πάντως, κάπως έριξα τα μούτρα μου, ή τελοσπάντων είχα πανιάσει τόσο που με κατάλαβαν, και μου αντέγραψαν δύο κασσέτες με τα άπαντα. Ή τελοσπάντων, με ό,τι υπήρχε πρόχειρο και ό,τι χωρούσαν οι κασσέτες. Δεν είχα ιδέα για την δισκογραφία τους, εμένα όλα εκείνα μαζί άπαντα μου φάνηκαν. Μια καλή ηρεμιστική δόση. Just for a day, Blueday, Souvlaki. Ήμουν ικανή να βρίσκω άπειρα θέματα για συζήτηση μέχρι να γραφτούν όλες οι πλευρές. Και ήταν ήδη αργά. «Μπορώ να τις γράψω εγώ και να στις φέρω αύριο μεθαύριο στη σχολή». Όχι. δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσω σπίτι χωρίς αυτές.

Όποιος, όταν του έβαζα να τους ακούσει, το έριχνε στα γέλια και τα ηλίθια αστειάκια για τον τίτλο του album «σουβλάκι», έχανε αυτομάτως πολλούς πόντους. Ήταν το μέγιστο ξενέρωμα. Αντιθέτως, όταν έβρισκα ανθρώπους να τους αρέσουν υπήρχε μια σιωπηλή συνενοχή. Ειδικά εκείνα τα φοιτητικά χρόνια με τις φλερτοειδής ηλίθιες ερωτήσεις «που βγαίνεις?» «τι μουσική ακούς?», όταν άρθρωνα τη λέξη «slowdive» νομίζω έβλεπα στα μάτια μερικών κάτι σαν έρωτα. Τελοσπάντων υπήρχε μια συνεννόηση. Αγαπημένο μου κομμάτι έγινε το dagger. Έμαθα ότι dagger σημαίνει στιλέτο. Ήταν η μόνιμη κασσέτα σε ένα κίτρινο Honda civic και αργότερα στο Ka, και ήταν το τελευταίο κομμάτι της πλευράς, οπότε ήταν εύκολο να το βρεις και να γυρνάς την κασσέτα συνέχεια για να το ξανακούσεις. Ήταν το τραγούδι της αναμονής στο αυτοκίνητο για το ραντεβού, το τραγούδι της επιστροφής από το ραντεβού και το τραγούδι του παρκαρίσματος. Αν δεν τελείωνε, δεν έβγαινα από το αμάξι. Υπάρχει μια στιγμή που έχω συνδέσει μαζί του περισσότερο από όλα. Μια στιγμή που πέρασα ένα stop με φοβερή φόρα. Ήμουν τυχερή και δεν ερχόταν κανένας, και δεν ήταν και κανένας πολυσύχναστος δρόμος, σε κάτι ερημιές ήμασταν, αλλά τρόμαξα τόσο πολύ, γιατί το άκουγα και πρέπει να είχα βρεθεί σε κάποια άλλη διάσταση, και δεν είχα πάρει τίποτα, το ορκίζομαι, και δεν είχα πιει ούτε στάλα, και ξαφνικά άκουσα μια φωνή δίπλα μου «ΚΑΛΑ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ; ΔΕ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΤΙ ΕΧΕΙ STOP» και τρόμαξα υπερβολικά, έτρεμαν τα χέρια και τα πόδια μου, δεν είχα και δεν έχω ξαναπαραβιάσει στοπ. Ήταν μία φορά. Με το dagger.

Κάποια χρόνια αργότερα ένας φίλος με σύστησε στους Mojave 3 και το Ask me tomorrow. Ωραίο και αυτό, αλλά τίποτα σαν εκείνη την πρώτη ανατριχίλα. Και μετά με είχε πιάσει μανία να βρω αυτήν την one-sided κασσέτα των Pumpkin Fairies, αλλά χωρίς επιτυχία. Τώρα που το θυμήθηκα έμεινα πάλι με το ανικανοποίητο. Αν μ’ακούει κανείς και την έχει, ας με λυπηθεί.

9 σχόλια:

  1. εκεί ακούσαμε πρώτη φορά και το the man called sun των verve...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. η ζημια με τους slowdive,εγινε το '91 με το πρωτο τους αλμπουμ.Ηταν ενας περιεργος και σκληρος συναισθηματικα χειμωνας και η μουσικη του πρωτου τους αλμπουμ ηταν ότι θερμοτερο και συντροφικοτερο μετα τα καλοριφερ..Τι μου θυμισες....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χμμμμμ... Εμένα το αγαπημένο μου είναι το Ballad of Sister Sue. Στην αρχή με είχαν ξενίσει, είχα αγοράσει το Just for a day μια εποχή που ήμουν κολλημένος με My Bloody Valentine και αγόραζα ό,τι του κολλούσαν την ταμπέλα Shoegaze οι διάφορες ΝΜΕ, Melody Maker... Μετά από 500 φορές που το άκουσα άρχισα να ξεχωρίζω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. εμένα μου προέκυψαν ανάποδα- πρώτα slowdive, μετά MBV. το σοκ, ήταν το ίδιο και το αυτό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ψτ...? ωραίο δεν είναι και το καινούριο james pants?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Δεν το 'χω ακούσει. Έχω κολλήσει με cold cave, belong... τους 2ους στους προτείνω ανεπιφύλακτα. Μοιάζουν και με τη μπάντα για την οποία έγραψες το παραπάνω κείμενο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. λοιπόν, πρέπει να σ΄ευχαριστήσω επισήμως! άκουσα belong. μόνο το τελευταίο τους, το "Common Era" αλλά για την ώρα δεν θέλω κι άλλο. Μου φτάνει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. με αυτό σου το πόστ με έκανες να ξεθάψω τους slowdive και τους ride και τους lush και ασθάνομαι σαν να τους ανακαλύπτω πάλι απο την αρχή ...
    thanks

    (παίζει και χορταστική επαιτιακή επανακυκλοφορία του nowhere των ride)

    ΑπάντησηΔιαγραφή