Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

garam0m


Αν αυτό ήταν ένα ακόμα μουσικό ποστ θα ήταν για παιδικά τραγούδια. Για σουηδικά παιδικά τραγούδια. Δεν θα ήταν άσχημο εδώ που τα λέμε. Αν ήξερα να σαμπλάρω και να κόβω και να ράβω νομίζω θα έβγαιναν ωραία πράγματα με τόσο ωραίες μελωδίες που έχουν. Χώρια η σκέτη ποίηση στους στίχους. Τα μικρά ψάρια, λέει, δεν ακούγονται σχεδόν καθόλου. Μόνο λίγες φυσαλίδες και ένας παφλασμός. Ενώ τα μεγάλα πλοία κάνουν τα αυτιά μας να κλαίνε και τα μεγάλα καράβια κάνουν τα αυτιά μας να βουίζουν. Όμως τα μικρά ψαράκια...
Αλλά αυτό δεν είναι ένα ακόμα μουσικό ποστ. Αυτό είναι ένα ποστ αγάπης. Γιατί από το τελευταίο μουσικό ποστ μέχρι αυτό, άλλαξαν πολλά πράγματα. Ήρθε ένας ακόμα άνθρωπος στον κόσμο. Ήρθαν πολλοί σίγουρα, αλλά ήρθε και το δικό μου ανθρωπάκι. Ήρθε ένας ακόμα άνθρωπος στον κόσμο και άλλαξε άλλος ένας ή δύο. Διότι δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Δεν είχα ιδέα τι μπορεί να πάθει κανείς μεγαλώνοντας ένα μωράκι στην κοιλιά του. Η μητρότητα αλλάζει τη δομή του εγκεφάλου λένε. Τα πάντα αλλάζει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Δεν ήξερα ότι μπορεί να νιώσω τόση αγάπη. Τόση αγάπη που να φανταστώ ότι υπήρχε? εγώ ο άνθρωπος των μεγάλων ερώτων, των μεγάλων δραμάτων, που να ήξερα τί υπάρχει ακόμα να ζήσει κανείς. Πού να ήξερα πως υπάρχει τόση ομορφιά, και τόση γλύκα και τόση τρυφερότητα και τόση αντοχή να μένεις άυπνος μόνο και μόνο για να κοιτάς αυτό το πλασματάκι που μεγαλώνει και δεν τολμάς να ολοκληρώσεις τη σκέψη ότι λυπάσαι και λίγο που μεγαλώνει, γιατί όσο είναι ακόμα μια σταλιά το κάνεις ό,τι θες, το βάζεις στην τσέπη σου, το κρατάς στο χέρι σου, το έχεις αγκαλίτσα και είστε πάντα και παντού μαζί. Όμως είναι καλό που μεγαλώνει και κάνει κι άλλα κόλπα και ο πολλαπλασιαστής χάρης εκτινάσσεται στα ουράνια και συ κοιτάς και αναρωτιέσαι πότε ήταν που ήταν μέσα στην κοιλίτσα και ήσασταν οι δυο σας και οι κλωτσιές του, και πότε έγινε ανθρωπάκι και λέει ναι και όχι, ή πρώτα ναι και μετά τελικά όχι, γιατί το σκέφτηκε, με το δάχτυλο, το δείκτη, στο μάγουλο, το σκέφτηκε καλά και άλλαξε γνώμη, που σημαίνει ότι υπάρχει ένα μικρό ανεξάρτητο μυαλουδάκι εκεί μέσα που αποφασίζει, για μικρά πράγματα τώρα, για το αν θα φορέσει πέδιλα ή γαλότσες, αν θα φορέσει μια μπολούζα πουά ή την άλλη με την πι-τσι-λιά, για το αν θα πάρει την μπουλντόζα την μπλε ή την πορτοκαλί, για το αν θα διαβάσουμε το Άπαπα Άλφονς ή τον Τικ και την Τέλα, και θα αποφασίζει για μεγαλύτερα αργότερα, ελπίζω για το αν του αρέσει πιο πολύ Taibo ή ο Μανσέτ. Και τρέμεις για το αργότερα που θα σου πει, άσε μας ρε μάνα, και που θα κλάψεις με μαύρο δάκρυ, όχι άσε μας στη μανουλίτσα, τη γλυκιά καλή μανουλίτσα που σε λατρεύει, μην περάσει πολύ γρήγορα ο καιρός που δεν σε πειράζει που η μανουλίτσα σε λατρεύει, που μπορεί να σε ζουλάει και να σε φιλάει και να σου λέει σ αγαπάω πολύ, να μην περάσει αυτός ο καιρός πολύ γρήγορα, που σ αρέσει που σ’αγαπάω πολύ. Εγώ που νόμιζα ότι δεν είχα μητρικό ένστικτο. Που έκλαιγα και έλεγα δεν θα είμαι καλή μάνα, κάπου εκεί στον 4ο μήνα της εγκυμοσύνης, κάπου εκεί μεταξύ 10ου και 11ου εμετού μέσα στη μέρα, δεν ήξερα ότι κανείς δεν έχει μητρικό ένστικτο μέχρι να γίνει μητέρα και ούτε πατρικό μέχρι να γίνει πατέρας, και θέλει 9 μήνες να καταλάβεις ότι μεταμορφώνεσαι, και τελοσπάντων ας μη μιλάω γενικά, μιλάω μόνο για το τί συνέβαινε σε μένα, ο καθένας νιώθει ό,τι νιώθει, αλλά εγώ νόμιζα πως δεν γίνεται να είμαι καλή μητέρα, ότι το μυαλό μου ήταν στις συναυλίες, στα μπαρ και στα ξενύχτια, στα βιβλία και στα σινεμά, και έλεγα ο εξυπνάκιας, ότι αν γινόμουν μάνα θα το άφηνα από βρέφος στον παιδικό σταθμό, να μεγαλώσει εκεί με τα άλλα παιδάκια και ειδικούς παιδαγωγούς, τους καλύτερους βέβαια, με πολλά διδακτορικά στην εκπαίδευση και την διδακτική και θα έκανα τη ζωή μου κανονικά, τέτοια έλεγα και δεν ήξερα τί θα πει να είσαι μανούλα, και το μωράκι να θέλει εσένα και εσένα μόνο, να έχεις τόση αξία που να τρέμεις μην πάθεις τίποτα, αχ να μην πάθω τίποτε απολύτως, ποιος δάσκαλος, και ποιος παιδαγωγός, και ποιος κανένας, εμένα ήθελε το μπουμπουκάκι αυτό, μιαμ μιαμ, μιαμ μιαμ, γουλίτσα τη γουλίτσα έγινε ένα θηρίο, και ακόμα γίνεται. Θηρίο ήταν πάντα βέβαια, πώς χωρούσε εκεί μέσα ένα μωρό κοντά 5 κιλά και κοντά 60 πόντους, εγώ που είμαι ένα και 60 άνθρωπος, πως τα κατάφερα έτσι, σχεδόν τα κατάφερα δηλαδή, έναν αιώνα πίσω και δεν θα τα κατάφερνα, για αυτό όποτε ακούω για γέννες ακόμα κλαίω, ακόμα όποτε θυμάμαι εκείνες τις ώρες, σχεδόν μέρες,  ακόμα μπορώ να κλαίω, τί δύσκολα που ήταν όλα, τί επικίνδυνα και τί τρομακτικά, αλλά το θηριάκι τα κατάφερε, το μικρό μεγάλο μωράκι, που δεν ήταν με τη μαμά του τις πρώτες ώρες, αλλά με το μπαμπά του, έναν μπαμπά που ήταν σχεδόν μαμά. Που με τάιζε, με φρόντιζε, με έσωσε, εκείνους του μήνες τους δύσκολους που δεν μπορούσα να ανασάνω, να περπατήσω, να κοιμηθώ και να ξεχαστώ από το φόβο. Και τώρα γιατί τα λέω αυτά, ξέρω πολύ καλά γιατί τα λέω, γιατί σε λίγες μέρες το μικρουλάκι, θα πάει σχολείο, ναι σε εκείνο τον παιδικό σταθμό που θα το άφηνα με τόση ευκολία, τώρα μετράω τις ώρες και τρέμει το φυλλοκάρδι μου, δεν ήξερα τί θα πει αυτό, αλλά τώρα ξέρω και πού είναι το φυλλοκάρδι και πώς τρέμει, το νιώθω που πάλλεται, τρέμει για τα λεπτά που θα μας χωρίσουν, γιατί δεν μας αφήνουν ήσυχους να παίζουμε, να τρώμε να κοιμόμαστε να ξυπνάμε και να γελάμε, γιατί να πρέπει να δουλέψουμε και να χωριζόμαστε και γιατί η ζωή να είναι δύσκολη, και σιγά της δυσκολίες θα μου πείτε, αλλά δεν είναι εύκολο, κι αν ήταν τόσο εύκολο δε θα 'ταν τόσο δύσκολο όπως έλεγε και εκείνος ο ποιητής, και μπορεί τώρα να μην φαίνεται δύσκολο τέλοσπάντων, αλλά οι δυσκολίες και η ανεργία και ο φόβος παραμονεύουν στην πόρτα, και το μικρούλι πρέπει να πάει στο σχολείο, για να δουλέψει η μαμά και ο μπαμπάς και να μάθει γράμματα ξένα, γιατί είναι μετανάστης, η μάλλον όχι, εμείς είμαστε μετανάστες, αυτός είναι ουψαλιώτης ντόπιος, και ξέρει ήδη που είναι το υδραγωγείο και που το ικέα και που ο σιδηροδρομικός σταθμός, και που η γέφυρα του τρένου, που είναι οι ισόπεδες και που οι ανισόπεδες διαβάσεις, που είναι το ποτάμι και που η λίμνη, που είναι η Μάρστα και η Κνίβστα και η Στοκχόλμη και που είναι ο Ατλαντικός Ωκεανός γιατί η βαρκούλα της Μάμα-μου μπορεί να τον διασχίσει και να φτάσει ως το σπίτι του φίλου του Γούιλιαμ που ο πατέρας του είναι Αμερικάνος. Και αφού τα ξέρει όλα αυτά γιατί να πάει σχολείο, αφήστε τον λιγουλάκι να τον κρατάω αγκαλίτσα, αν κλάψει, που όλα κλαίνε, λένε, με τους αποχωρισμούς πως θα το αντέξω, αυτό το μωράκι δεν κλαίει ποτέ, τρεις φορές έκλαψε και τις τρεις είχε ωτίτιδα, τρεις φορές έκλαψε και τις τρεις πήγα στο γιατρό και τους είπα συγνώμη, ίσως σας φανεί περίεργο αλλά αυτό το παιδάκι μόνο γελάει και χθες το βράδυ έκλαιγε, για αυτό ήρθα, και το παιδάκι είχε ωτίτιδα, τρεις στις τρεις φορεές, και μου έλεγαν όλοι πριν είσαι τρελή μάνα, έτσι είναι τα παιδιά κλαίνε, όμως όχι, είμαι μάνα και ξέρω, έτσι λέει το κλισέ, ξέρω ότι αυτό το παιδάκι μόνο γελάει θα το πάω στο γιατρό και κοροϊδέψτε όσο θέλετε, και μόνο να γελάει θέλω, τί θα κάνω αν κλαίει στο σχολείο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου